LSJἀβακηνούς:Glossἀβακηνούς: τοὺς γυναικὶ μὴ ὁμιλήσαντας, Phot. , AB 323 .ἀβακηνούς: τοὺς γυναικὶ μὴ ὁμιλήσαντας,Phot.,AB 323 .