ἐπαμπέχωandἐπᾰμοιβ-ίσχω(v. infr., cf.ἐπαμφίσκω),
A. put on over, overwrap,
ἐπαμπίσχοντες γῆν τινι
E. Tr. 1148
;enwrap,
αἴσχιστα ἔργα εὐπρεπέσι κλήσεσιν
Ph. 2.379
; ὕρρει καὶ κόμπῳ ἐπαμπέχειν τι
Plu. Oth. 5
:— Med. , Ph. 1.358 , al., D.Chr. 6.26 ; διὰ φόβον δόξας
Plu. 2.1102d
:— Pass. , φύσις λογισμῷ -ομένη
Id. Sert. 10
.