LSJἐπαν-αιώρημαGlossἐπαν-αιώρημα , ατος , τό , f.l. for ἐναιώρημα (q.v.) ap. Erot.ἐπαν-αιώρημα,ατος,τό,A.f.l. for ἐναιώρημα (q.v.) ap. Erot.ReferencesErot.