ἐπαν-έρχομαι,
A. go back, return,
ἐκ ποταμοῦ
Anacr. 23
; ἐκ Πειραιέως
And. 1.81
, cf. Th. 4.16 ;ἐς τὴν Κόρινθονib. 74 ; θάλασσα-ελθοῦσα ἀπὸ τῆς γῆς
Id. 3.89
; in writing or speaking,go backorreturnto a point, ἐκεῖσε δὴ' πάνελθε, πῶς . .
E. IT 256
; ἐπί τι
X. HG 1.7.29
; ἐπανελθεῖν ὁπόθεν . . ἐξέβην βούλομαι
D. 18.211
;ἀλλ' ἐκεῖσε ἐπανέρχομαιib. 66 ; εἰς τὰ γράμματα ταῦτα ἐπανελθεῖν refer to . .,
Id. 28.5
.