ἐπανθ-έω,
A. bloom, be in flower,
Theoc. 5.131 , LXX Jb. 14.7 .
II. metaph., of any thing thatforms on the surface, ἅλμην ἐπανθέουσαν [τοῖι ὄρεσι] Hdt. 2.12 , cf. Str. 11.13.2 ; χνοῦς ὥσπερ μήλοισιν ἐπήνθει
Ar. Nu. 978
; τὸ τρυφερὸν . . ἐπὶ τοῖς μήλοις ἐπανθεῖ
Id. Ec. 903
;τὴν ἐπανθοῦσαν τρίχαib. 13 ; also of hair turning grey, κύκνου . . πολιώτεραι δὴ αἵδ' ἐπανθοῦσιν τρίχες
Id. V. 1065
, cf. X. Cyn. 4.8 .
2. generally,to be upon the surface,
τρηχύτης ἐπήνθει
Hp. Epid. 7.43
; ἐμοὶ . . ἐπάνθεεν ἁδύ τι κάλλος
Theoc. 20.21