ἐπάξῐ-ος,
A. a, ον,worthy, deservingof . ., πάντων
Pi. N. 7.89
; τῆς δίκης ἐπάξια
A. Eu. 272
(lyr.), cf. Ch. 95 ; θαυμάτων ἐπάξια
E. Ba. 716
; σπουδῆς οὐ . . πολλῆς τινος ἐ.
Pl. Sph. 218e
: c.inf.,ἐ. [εἶ] κατοικτίσαι deservingof pity, S. OC 461 : abs.,ἐ. φύσει καὶ τροφῇ worthy, qualifiedby birth and breeding, Pl. Lg. 961b .
2. deserved,
στεφάνωμα
Pi. I. 4(3).44
;worthy, meet,
ἄλγος
A. Th. 865
(lyr.); γάμοι