LSJἐπαπο-δρόμιονGlossἐπαπο-δρόμιον : ἡ ἱέρεια παρὰ Κρησίν, Hsch.ἐπαπο-δρόμιον:ἡ ἱέρεια παρὰ Κρησίν,Hsch.