ἐπασκ-έω,
A. labourortoil at, prepareorfinish carefully,
ἐπήσκηται δέ οἱ αὐλὴ τοίχῳ καὶ θριγκοῖσι
Od. 17.266
.
II. adorn, exalt,
τινὰ τιμαῖς
Pi. N. 9.10
, cf. Fr. 194.4 ; τινὰ μήδεσι
Id. Parth. 2.71
.
III. practise, cultivate, τέχνην, τὰ ἐς πόλεμον,
Hdt. 2.166 ;πεντάεθλον, μουνομαχίην,
Id. 6.92 ; τὰ ἄλλα κατὰ ταὐτὰ Σκύθῃσι ἐ.
Id. 4.17
; ἀρετήν
Id. 3.82