ἐπεισοδ-ιάζω,
A. import, introducefrom without, ὁ τῶν αἰσθήσεων ὄχλος ἐπεισωδίασεν [τῇ ψυχῇ] κηρῶν ἀμήχανον πλῆθος
Ph. 1.134
:— Pass. , ib. 592 .
import, introduce
ἐπεισοδ-ιάζω,
A. import, introducefrom without, ὁ τῶν αἰσθήσεων ὄχλος ἐπεισωδίασεν [τῇ ψυχῇ] κηρῶν ἀμήχανον πλῆθος
Ph. 1.134
:— Pass. , ib. 592 .