ἀλάομαι [ᾰλ], Ep.
3 pl. ἀλόωνται, imper.ἀλόω(v. infr.), used by Hom. mostly in contr. formsἀλᾶσθε, ἀλώμενος,impf. ἠλώμην, Ep.
ἀλᾶτο:fut. ἀλήσομαι(ἀπ-) Hes. Sc. 409 (
A.
v.l. ἀπαλήσατο ): Ep.
aor.
ἀλήθην
Od. 14.120
, 362 , Dor.
part.
ἀλᾱθείς
A. Supp. 870
:pf. ἀλάλημαι(q.v.): (ἄλη) :—wander, roam, οἷά τε ληιστῆρες..τοί τ' ἀλόωνται ψυχὰς παρθέμενοι
Od. 3.73
; ὅδε τις δύστηνος ἀλώμενος ἐνθάδ' ἱκάνει
6.206
; μὴ πάθωμέν τι ἀλώμενοι