ἐπήρᾰτος,ον, (ἔραμαι)
A. lovely, delightsome,
δαίς
Il. 9.228
; εἵματα
Od. 8.366
; freq. of places, [ Ἰθάκη] μᾶλλον ἐ. ἱπποβότοιο
4.606
; νῆσος
Hes. Fr. 76.4
; also καλὸν εἶδος ἐπήρατον
Id. Op. 63
; ἐπήρατον ὄσσαν ἱεῖσαι
Id. Th. 67
; ἐπήρατον ἴαχον ὄρθιον
Sapph. Supp. 20c
. 4 ; κῦδος
Alc. Supp. 23.13