ἐπηρε-ασμός,ὁ,
A. despiteful treatment,defined as ἐμποδισμὸς ταῖς βουλήσεσιν, οὐχ ἵνα τι αὐτῷ, ἀλλ' ἵνα μὴ ἐκείνῳ
Arist. Rh. 1378b18
, cf. 1382a2 , PTeb. 28.4
(ii B.C.); τύχης ἐ.
D.S. 20.54
.
despiteful treatment,
ἐπηρε-ασμός,ὁ,
A. despiteful treatment,defined as ἐμποδισμὸς ταῖς βουλήσεσιν, οὐχ ἵνα τι αὐτῷ, ἀλλ' ἵνα μὴ ἐκείνῳ
Arist. Rh. 1378b18
, cf. 1382a2 , PTeb. 28.4
(ii B.C.); τύχης ἐ.
D.S. 20.54
.