ἐπήρεια,ἡ, (ἐπί, ἄρος)
A. insulting treatment, abuse,
ἐχθροῦ
D. 18.12
, cf. Is. 4.5 , etc.; περὶ τὸν χορόν
D. 21.25
;κελεύειν κατ' ἐπήρειανorderhaughtilyorby way of insult,
Th. 1.26 ;κατ' ἐ. τινος γεγένηταί τιis done toinsulthim, Amips. 9 ; κατ' ἐπήρειαν
BGU 180.8
(ii A.D.); φθόνον τ' ἐ. τε
Philem. 92.2
; ἐν ἐπηρείας τάξει
D. 18.13
; πολλὰ πρὸς ἐπήρειαν καὶ χάριν πράττειν
Arist. Pol. 1287a38
;εἰς ἐ. τὴν ἐμήνib. 195.20