ἐπῐάχω [ᾰ],
A. shout out, shout applauseafter a speech,ὣς ἔφαθ': οἱ δ'
ἄρα πάντες ἐπίαχον
Il. 7.403
.
2. .shout, ὅσσον τ' ἐννεάχιλοι ἐπίαχον
5.860
.
shout out, shout applause
ἐπῐάχω [ᾰ],
A. shout out, shout applauseafter a speech,ὣς ἔφαθ': οἱ δ'
ἄρα πάντες ἐπίαχον
Il. 7.403
.
2. .shout, ὅσσον τ' ἐννεάχιλοι ἐπίαχον
5.860
.