ἐπίβολ-ος,ον,
A.
f.l. for ἐπήβολος (q.v.), Vett. Val. 11.16 , 39.35 .Adv. -βόλως, = φρονίμως , Hsch.
ἐπίβολ-ος , ον , f.l. for ἐπήβολος (q.v.), Vett. Val. 11.16 , 39.35 . Adv. -βόλως , = φρονίμως , Hsch.
ἐπίβολ-ος,ον,
A.
f.l. for ἐπήβολος (q.v.), Vett. Val. 11.16 , 39.35 .Adv. -βόλως, = φρονίμως , Hsch.