ἐπιβρέμω,
A. make to roar,τὸ δ'(sc.πῦρ) ἐπιβρέμει ἲς ἀνέμοιο
Il. 17.739
:— Med. ,roar,χείλεσιν δεινὸν ἐ. χελιδών(comicé) Ar. Ra. 680 (lyr.), cf. Opp. C. 4.171 .
II. .roar out, [ ἐπ'] εὐάσμασι τοιάδ' ἐπιβρέμει
E. Ba. 151
: abs.,ring, οὔασιν ἠχή
Musae. 193
; στεροπῇσιν
Q.S. 14.458
.