ἐπιβύω,fut. -ύσω[ῡ] ,
A. stop up, εἰ μὴ . . ἐπιβύσει τις αὐτοῦ τὸ στόμα
Cratin. 186
; τὸ στόμ' ἐπιβύσας κέρμασιν τῶν ῥητόρων
Ar. Pl. 379
:— Med. , ἐπιβύσασθαι τὰ ὦτα
Luc. Tim. 9
, Pr.Im. 29 .
stop up
ἐπιβύω,fut. -ύσω[ῡ] ,
A. stop up, εἰ μὴ . . ἐπιβύσει τις αὐτοῦ τὸ στόμα
Cratin. 186
; τὸ στόμ' ἐπιβύσας κέρμασιν τῶν ῥητόρων
Ar. Pl. 379
:— Med. , ἐπιβύσασθαι τὰ ὦτα
Luc. Tim. 9
, Pr.Im. 29 .