ἐπιγηθέω,
A. rejoice, triumph over,ὡς μήτε θεὸς μήτε τις ἄλλος τοῖσδ'
ἐπεγήθει
A. Pr. 157
;exult in, γάμῳ ἐπιγηθήσαντες
Opp. H. 1.570
:— also in formἐπιγενν-γήθω, τοῖς γινομένοις
Simp. in Epict. p.88D.
rejoice, triumph over
ἐπιγηθέω,
A. rejoice, triumph over,ὡς μήτε θεὸς μήτε τις ἄλλος τοῖσδ'
ἐπεγήθει
A. Pr. 157
;exult in, γάμῳ ἐπιγηθήσαντες
Opp. H. 1.570
:— also in formἐπιγενν-γήθω, τοῖς γινομένοις
Simp. in Epict. p.88D.