ἐπιγνάμπτ-ω,
A. curve,bend, ἆξαι ἐπιγνάμψας δόρυ
Il. 21.178
; ἐπεγνάμπτοντο δὲ κῶπαι
A.R. 2.591
.
II. . metaph.,bow, bend to one's purpose,ἐπέγναμψεν ἅπαντας
Ἥρη λισσομένη
Il. 2.14
; ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ
1.569
;ἐπιγνάμπτει
νόον ἐσθλῶν
9.514
:— Med. , Nic. Al. 363 .