ἐπιδαίομαι(B), (δαίω Β)
A. distribute,ἐπιδαίομαι ὅρκονdub. sens. in h.Merc. 383 :— Pass. , δεκάτη δ' ἐπὶ μοῖρα δέδασται
Hes. Th. 789
.
distribute
ἐπιδαίομαι(B), (δαίω Β)
A. distribute,ἐπιδαίομαι ὅρκονdub. sens. in h.Merc. 383 :— Pass. , δεκάτη δ' ἐπὶ μοῖρα δέδασται
Hes. Th. 789
.