ἐπίδοξ-ος,ον,
A. likely, of persons,ἐ. γενέσθαι ἐπιεικεῖς likelyto turn out well, Pl. Tht. 143d ;ἐ. τοῦτο πείσεσθαι in dangerof suffering . . , Hdt. 6.12 ; ἐ. ὢν πάσχειν
Antipho 2.1.5
, cf. 2.4.9 ;ἐ. ὢν τυχεῖνbeingexpectedto gain . . , Isoc. 6.8 ;τοὺς
ἐ. γενήσεσθαι πονηρούς
Id. 20.12
;ἐπιδοξοτέρου ὄντος(sc.αἱρεθῆναι) App. BC 1.32 : sts. c.fut. part., ἐ. ἦσαν ἐμβαλοῦντες
Plu. Agis 13
; of things, ἐ. ἡ ἀπόστασις παρασχίδων ὀστέων ἀπιέναι
Hp. Fract. 24
;ἐ. γενέσθαι
Hdt. 1.89
; πρὸς οὓς ἐ. [ἐστι] πολεμεῖν
Arist. Rh. 1359b39
: abs.,ὅσα . . κακὰ ἐπίδοξα καταλαμβάνειν(-λαμβάνειcodd.) Hdt. 4.11 .