LSJἐπίεργοςGlossἐπίεργος , ον , perh., = ἔπεργος, θησαυρός PLond. 2.216.8 (i A.D.) .ἐπίεργος,ον, perh.,A.= ἔπεργος, θησαυρόςPLond. 2.216.8(i A.D.).ReferencesPLond. 2.216.8