LSJἐπιζώωGlossἐπιζώω , Ion. for ἐπιζάω (q.v.). ἐπίηλε [ῑ] , v. ἐπιάλλω . ἐπιήν δανε ,v. ἐφανδάνω .ἐπιζώω, Ion. forἐπιζάω(q.v.).ἐπίηλε [ῑ],A.v. ἐπιάλλω .ἐπιήν δανε,v.ἐφανδάνω.Related Lemmasἐπίηλεἐπιήν δανε