LSJἐπικελευ-στήςGlossἐπικελευ-στής , οῦ , ὁ , v.l. for κελευστής , D.S. 20.50 .ἐπικελευ-στής,οῦ,ὁ,A.v.l. for κελευστής , D.S. 20.50 .ReferencesD.S. 20.50