ἐπικλιν-ής,ές,
A. sloping, χωρίον
Th. 6.96
; λόφοι
Plu. Ant. 45
;ἐ. τῷ στάχυϊ καὶ μὴ ὀρθά inclining,bending, Thphr. CP 3.22.1 ; ἐπικλινές ἐστι τάλαντον
Call. Fr. 312
.
2. .prone, inclined, πρὸς τὸν Ἄρην
Them. Or. 15.187b
;οικείωσις
ἐ. πρός τινα
Ph. 1.252
.Adv. -νῶς, ἔχειν πρός τιib. 37 ,al.