LSJἐπικόκκουρος:Glossἐπικόκκουρος: ὁ παρατηρητὴς ἐν σταδίῳ ( Lacon. ), Hsch.ἐπικόκκουρος: ὁ παρατηρητὴς ἐν σταδίῳ( Lacon. ), Hsch.