LSJἐπικουρ-ητικόςGlossἐπικουρ-ητικός , ή , όν , = ἐπικουρικός , Pl. R. 441a , Aen.Tact. 38t it.ἐπικουρ-ητικός,ή,όν,A.= ἐπικουρικός , Pl. R. 441a , Aen.Tact. 38t it.ReferencesPl. R. 441aAen.Tact. 38t