ἐπικρᾱτικός,ή,όν , ̔ἐπικεράννυμι)
A.
v.l. for ἐπικεραστικός , Gal. 6.260 , 582 , Orib. 1.42.3 .
ἐπικρᾱτικός , ή , όν , ̔ἐπικεράννυμι ) v.l. for ἐπικεραστικός , Gal. 6.260 , 582 , Orib. 1.42.3 .
ἐπικρᾱτικός,ή,όν , ̔ἐπικεράννυμι)
A.
v.l. for ἐπικεραστικός , Gal. 6.260 , 582 , Orib. 1.42.3 .