LSJἀλέκτωρGlossἀλέκτωρ (B), ορος , ἡ , ( ἀ- priv., λέγω ) = ἄλεκτρος , Ath. 3.08b .ἀλέκτωρ(B),ορος,ἡ, (ἀ-priv.,λέγω)A.= ἄλεκτρος , Ath. 3.08b .ReferencesAth. 3.08b