ἐπικῡρόω,
A. confirm, sanction, ratify, τὴν γνώμην
Th. 3.71
, cf. S. El. 793 , X. An. 3.2.32 , D. 15.34 , SIG 167.20 , etc.: c.inf.,τίνες . . λόγοι καθεῖλον ἡμᾶς κἀπεκύρως αν θανεῖν; E. Or. 862 :— Pass. , πρίν τι ἐπικυρωθῆναι
Th. 5.45
; ἐπικυρωθέντων τῶν νόμων
Arist. Ath. 37.1
, cf. Sammelb. 1161.17
(i B.C.).