ἐπικύρω [ῡ], Ep.
impf. ἐπίκῡρον, Ep.
aor. 1 ἐπέκυρσαandἐπεκύρησα [ῠ](v.infr.):—
A. light upon, fall in with, c. dat., μεγάλῳ ἐπὶ σώματι κύρσας
Il. 3.23
; ἱεροῖσιν ἐπ' αἰθομένοισι κυρήσας
Hes. Op. 755
;αἰὲν ἐπ' αὐχένι κῦρε φαεινοῦ δουρὸς ἀκωκῇ( v.l. ἀκωκήν )keptalwaystouchinghis neck with . . , Il. 23.821 ;ἐπὶ ξίφος αὐχένι κύρσαι lethis swordtouchher neck, Q.S. 13.394 ; ἐ. μετατροπίαις
Pi. P. 10.21
: c. gen.,meet with,obtain, ἐπικύρσαις ἀφθόνων ἀστῶν
Id. O. 6.7
;μεγάλας ἀγαθᾶς τε . . βιοτᾶς
ἐπεκύρσαμεν
A. Pers. 853
, cf. A.R. 3.342 .