ἐπικωμ-ιαστικός,ή,όν,
A.
= ἐγκωμ- (q.v.), Arg. Theoc. 3 .Adv. -κῶςSch. Pi. N. 8.1 .
ἐπικωμ-ιαστικός , ή , όν , = ἐγκωμ- (q.v.), Arg. Theoc. 3 . Adv. -κῶς Sch. Pi. N. 8.1 .
ἐπικωμ-ιαστικός,ή,όν,
A.
= ἐγκωμ- (q.v.), Arg. Theoc. 3 .Adv. -κῶςSch. Pi. N. 8.1 .