ἐπίληθ-ος,ον,
A. causing to forget, c.gen., φάρμακον . ., νηπενθές τ' ἄχολόν τε κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων
Od. 4.221
( Aristarch. ; ἐπιλῆθον
Ptol.Ascal.
);ἴυγγα δέους ἐπίληθον
παντός
Ael. NA 15.19
, cf. 4.41 .
causing to forget
ἐπίληθ-ος,ον,
A. causing to forget, c.gen., φάρμακον . ., νηπενθές τ' ἄχολόν τε κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων
Od. 4.221
( Aristarch. ; ἐπιλῆθον
Ptol.Ascal.
);ἴυγγα δέους ἐπίληθον
παντός
Ael. NA 15.19
, cf. 4.41 .