ἐπίλοιπος,ον,
A. still left, remaining,μῆνας ἑπτὰ τοὺς ἐπιλοίπους Καμβύσῃ
ἐς τὰ ὀκτὼ ἔτεα τῆς πληρώσιος
Hdt. 3.67
: freq. in pl., c. gen., αἱ ἐ. τῶν πολίων
Id. 6.33
; τὰ ἐ. τοῦ λόγου
Id. 4.154
; τἀπ. τῶν λόγων
S. Ph. 24
, etc.; τἀπίλοιπ' ἄκουσον
E. Tr. 923
, cf. Pl. Cra. 397a ;ἡ 'πίλοιπος
ὁδός
E. Ph. 842
;τί οὖν ἦν ἐπίλοιπον; And. 1.87 .
2. . of Time,future, χρόνος