ἐπίλῡπ-ος,ον, (λύπη)
A. sad, γένος
Ph. 2.29
;in low spirits, Aret. SA 2.12 , SD 1.6 , Ruf. Fr. 70.21 .Adv. -πως sadly, ἀπολαύειν
Ph. 1.136
.
II. .painful, ἐπίλυπον ἡ ἀνδρεία
Arist. EN 1117a34
;τὸ ἐ.a thing that causes pain, ib. 1110b19 ; ἐ. γῆρας
Plu. 2.13a
.Adv. -πως, καταστρέψαι τὸν
βίον
D.S. 17.118
.