ἐπιμειλίσσομαι,
A. placate, τινὰ δώροις
J. BJ 1.20.3
:— Act. ,aor. 1 inf. ἐπιμειλίξαι, prob. forἐπιμελύξαι: δοῦναι, Hsch.
placate
ἐπιμειλίσσομαι,
A. placate, τινὰ δώροις
J. BJ 1.20.3
:— Act. ,aor. 1 inf. ἐπιμειλίξαι, prob. forἐπιμελύξαι: δοῦναι, Hsch.