ἀλέξιον,τό,
A.
= ἀλεξητήριον , Nic. Th. 702 ( v.l. ἀλέξιμον , cf. Phot. ), 805 , Al. 4 .ἀλεξίπονος,ον,warding off pain, S. (?) Eleg. 7 , Carm.Pop. 47.10 ; σοφία
Maced. Pae. 10
.ἄλεξις,εως,ἡ,help,
EM 59.23 .
II.
Κῷοι ἄλεξιν τὸν Ἡρακλέα νομίζουσιν
Aristid. 1.34J.