ἐπιμελ-ητικός,ή,όν,
A. able to take charge, managing, X. Oec. 12.19 ;ἡ -κή(sc.τέχνη), = ἐπιμέλεια , Pl. Plt. 275e sq.; αἴσθησις ἐ. τῶν τέκνων
Arist. GA 753a8
;τὸ τοῦ ἰδίου σώματος ἐ. M.Ant. 1.16 .
able to take charge, managing
ἐπιμελ-ητικός,ή,όν,
A. able to take charge, managing, X. Oec. 12.19 ;ἡ -κή(sc.τέχνη), = ἐπιμέλεια , Pl. Plt. 275e sq.; αἴσθησις ἐ. τῶν τέκνων
Arist. GA 753a8
;τὸ τοῦ ἰδίου σώματος ἐ. M.Ant. 1.16 .