LSJἐπιοικοδομάGlossἐπιοικοδομά , ἡ , v. ἐποικοδομή . ἐπίϝοικος , v. ἔποικος .ἐπιοικοδομά,ἡ,A.v. ἐποικοδομή .ἐπίϝοικος, v. ἔποικος .Related Lemmasἐπίϝοικος