ἐπιπέλομαι,
A. come toorupon,οὐδέ τις ἄλλη νοῦσος ἐπὶ στυγερὴ πέλεται . .
βροτοῖσι
Od. 15.408
, cf. 13.60 : elsewh. only in Ep.
aor.2 part. ἐπιπλόμενος rolling on, approaching,ἀλλ' ὅτε δὴ ὄγδοόν μοι ἐπιπλόμενον ἔτος ἦλθενwhen the eighthrevolvingyear had come, 7.261 ; ἐπιπλομένων ἐνιαυτῶν
Hes. Sc. 87
, Th. 493 (v.ἐνιαυτός); ἐπιπλ. νυκτί, ἐπιπλ. ἠοῦς
A.R. 2.1231
, 4.670 , etc.; of persons, Id. 3.25 , 127 ; in hostile sense,attacking, assaulting, Id. 1.465 ; so of a storm,νέφος . .
ἐπιπλ. ἄφατον
S. OT 1314
(lyr.). (Cf.περιτέλλομαι, ἐπιτέλλω(B).)