ἐπιπέτομαι,fut.
A.
-πτήσομαι
Hdt. 7.15
:aor. ἐπεπτάμηνor-όμην(v. infr.); later, also in act. formἐπέπτην,part.
ἐπιπτάς
AP 11.407
( Nicarch. ), Alciphr. 3.59 , Porph. Abst. 1.25 :—fly toortowards,καθ'
ὅμιλον ἐπιπτέσθαι μενεαίνων
Il. 4.126
; οἱ . . ἐπέπτατο δεξιὸς ὄρνις
13.821
; ἐ. σοὶ τωὐτὸ ὄνειρον
Hdt. 7.15
; ᾗ 'πέπτετο
Ar. Av. 48
;ἀετὸς ἐπιπτόμενος