ἐπιπίλναμαι, onlypres., Ep. forἐπιπελάζομαι,
A. come near,οὔτε χιὼν
ἐπιπίλναται
Od. 6.44
( v.l. ἐπικίδναται ) ; ἐπ' οὔδει πίλναται
Il. 19.92
.
come near
ἐπιπίλναμαι, onlypres., Ep. forἐπιπελάζομαι,
A. come near,οὔτε χιὼν
ἐπιπίλναται
Od. 6.44
( v.l. ἐπικίδναται ) ; ἐπ' οὔδει πίλναται
Il. 19.92
.