ἐπιπίπτω,
A. fall uponorover, ἐπέπιπτον ἀλλήλοις
Th. 7.84
; ἐπί τι
X. Oec. 18.7
, cf. Thphr. CP 5.4.5 : metaph., ἐπέπεσε μοῖρα
Pi. Pae. 2.64
; ἐπί τι
Isoc. 5.89
; διαλογισμοὶ ἐπιπίπτουσί τινι
Plu. Oth. 9
.
2. . of money,accrue, τὸ μέρος ὃ εὑρίσκομες ἐπιπῖπτον ἐπὶ τὸ χρέος τὸ ὀφειλόμενον
SIG 953.66
(Cnidus,ii B.C.).
II. .fall uponin hostile sense,attack, assail, τινί
Hdt. 4.105