LSJἐπιπλόμενοςGlossἐπιπλόμενος , v. ἐπιπέλομαι . ἔπιπλον , τό , v. ἔπιπλα .ἐπιπλόμενος,A.v. ἐπιπέλομαι .ἔπιπλον,τό, v. ἔπιπλα .Related Lemmasἔπιπλον