ἐπιπρέπ-ω,
A. to be conspicuous,οὐδέ τί τοι
δούλειον ἐπιπρέπει εἰσοράασθαι εἶδος καὶ μέγεθος
Od. 24.252
;φυᾷ τὸ
γενναῖον ἐπιπρέπει ἐκ πατέρων παισὶ λῆμα
Pi. P. 8.44
, cf. Theoc. 25.40 , D.H. Din. 7 ; ὁ ὀφθαλμὸς ἐ. τῷ μετώπῳ
Luc. DMar. 1.1
.
II. .beseem, suit, c. dat., Plu. 2.794a : impers.,ἐπιπρέπει it is fitting, c.inf., Xenoph. 26 .