ἀληθ-ής [ᾰ], Dor.
ἀλᾱθής,ές, (λήθω,
A.
= λανθάνω : ἀληθὲς τὸ μὴ λήθῃ ὑποπῖπτον
EM 62.51
):—unconcealed, sotrue, real, opp.false, apparent:
I.
Hom. , opp.ψευδής,in phrasesἀληθέα μυθήσασθαι, εἰπεῖν, ἀγορεύειν, ἀληθὲς ἐνισπεῖν, Il. 6.382 , Od. 13.254 , 3.254 , 247 , al.; in Hdt. and Att.
τὸ ἀληθές, by Trag. crasisτἀληθές, Ion.
τὠληθές( Hdt. 6.68 , 69 ), orτὰ ἀληθῆ, by crasisτἀληθῆ, etc.; ἀληθέϊ λόγῳ χρᾶσθαι
Hdt. 1.14
, etc.; οἱ ἀληθέϊ λόγῳ βασιλέες
1.120
; ἀληθεστάτη πρόφασις
Th. 1.23
.