LSJἐπίρῠτοςGlossἐπίρῠτος , ὁ , or ἐπίρροφ-ον , τό , v. ἐπίρρυτος 111 .ἐπίρῠτος,ὁ, orἐπίρροφ-ον,τό,A.v. ἐπίρρυτος111 .References111Related Lemmasἐπίρροφ-ον