LSJἐπίσαθροςGlossinfirmἐπίσαθρος,ον,A. infirm,τὰς ὑπάρξεις ἐ. καὶ ἐπικινδύνους ποιεῖνVett. Val. 90.3 : Sup. , Hsch. s.v. ἐπικηρότατοι .References90.3