ἐπισκύζομαι,
A. to be indignant ata thing,ὄφρα καὶ ἄλλοι ἐπισκύζωνται
Ἀχαιοί
Il. 9.370
;μὴ σοὶ θυμὸς ἐπισκύσσαιτο ἰδόντι( Ep.
aor.) Od. 7.306 : — Act. ,aor.
ἐπισκύσαι
EM 364.10
.
to be indignant at
ἐπισκύζομαι,
A. to be indignant ata thing,ὄφρα καὶ ἄλλοι ἐπισκύζωνται
Ἀχαιοί
Il. 9.370
;μὴ σοὶ θυμὸς ἐπισκύσσαιτο ἰδόντι( Ep.
aor.) Od. 7.306 : — Act. ,aor.
ἐπισκύσαι
EM 364.10
.