ἐπι-σπαστόςorἐπίσπαστος,ή,όν,
A. drawn upon oneself,Ἶρος . . ἐπισπαστὸν
κακὸν ἕξει
Od. 18.73
, cf. 24.462 ; λύπη
Hld. 2.6
; δεσποτεία
D.C. 62.3
;ἐπισπαστοί, of the suitors in the Od. , Paus. 8.12.6 .
II. .ἐ. βρόχοι tight-drawnnooses, E. Hipp. 783 .
drawn upon oneself
ἐπι-σπαστόςorἐπίσπαστος,ή,όν,
A. drawn upon oneself,Ἶρος . . ἐπισπαστὸν
κακὸν ἕξει
Od. 18.73
, cf. 24.462 ; λύπη
Hld. 2.6
; δεσποτεία
D.C. 62.3
;ἐπισπαστοί, of the suitors in the Od. , Paus. 8.12.6 .
II. .ἐ. βρόχοι tight-drawnnooses, E. Hipp. 783 .